Εκλογες: ενα αλλοθι για ολους τους δολοφονους και η αποχη ως αυτοκτονια των δολοφονημενων

Αν οι εκλογές άλλαζαν κάτι θα ήταν παράνομες, λέει ένα αρχαίο γνωμικό. Στην δεδομένη όμως συγκυρία αυτή η συμπαθής βεβαιότητα του αναρχικού χώρου δεν ισχύει καθολικά.

Βεβαίως, όχι επειδή οι προσεχείς εκλογές θα επιφέρουν οποιαδήποτε ουσιαστική ανάσχεση στην πορεία αποσύνθεσης του κοινωνικού κράτους, του ημιθανούς δικαιώματος στη δικαιοσύνη και του όποιου υπολείμματος οικονομικής λειτουργίας. Δεν διαφαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, από καμιά κρυφή ή φανερή πτυχή τάσεων του δημόσιου χώρου μια τέτοια δυνατότητα.

Παρένθεση: Προκαλούν την τύχη τους εν μέσω καταιγίδας οργής  οι όψιμοι νεοφιλελεύθεροι εξιστορητές ανεκδότων υπέρ της υπεράσπισης της ελεύθερης αγοράς στην Ελλάδα. Στον τόπο όπου η οικονομία μάλλον ρέπει σε ένα ιδιότυπο σοβιέτ από τη κορυφή – των κατασκευαστών δρόμων, ενημέρωσης και «πολιτιστικού» προϊόντος, καθώς και των αποικιοκρατικών πολυεθνικών και εγχώριων καρτέλ – μέχρι τα νύχια – ακόμη και η καθαρίστριες σχολικών κτιρίων διορίζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Τα μιντιακά αυτά ανέκδοτα ακούγονται και γκροτέσκα ύστερα από τα αμερικάνικα υπέρ-πακέτα, που οδήγησαν τον πάλαι ποτέ αμερικάνικο καπιταλισμό να απέχει πλέον από την «ελεύθερη αγορά» όπως σοφά έχουν αναλύσει έγκριτοι και μη οικονομολόγοι. Στην ουσία όλη αυτή η δημαγωγική υπόθεση δεν στοχεύει  παρά στην διατήρηση και καλυτέρευση των άνομων προνομίων.

Αλλά για τον αντίθετο ακριβώς λόγο: Μια ενδεχόμενη επικράτηση του δικομματισμού θα αποτελέσει το μεγάλο επικοινωνιακό άλλοθι για τη συνέχιση της “cosa loro” της ισοπεδωτικής πολιτικής «υπόθεσης τους» που εξαπλώνει πιο γρήγορα κι από την χολέρα τη βαριά σκιά της σε κάθε βεβαιότητα των πολιτών, αλλά και σε κάθε ελευθερία (ακόμη και οικονομική και περιουσιακή), μιας πολιτικής που εκπορεύεται κατά κυβερνητική ομολογία από κέντρα εκτός χώρας.

Και τότε το βασικό αντιπολιτευτικό επιχείρημα ότι ο κόσμος διαφωνεί, θα πάει περίπατο στον ιστορικό σκουπιδοφάγο. Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Η τυπική έστω συνυπογραφή του ελληνικού πειράματος από το πειραματόζωο. Η βία της επίθεσης τότε θα απαλλαχθει από τυχόν «ντροπές» δημοκρατικού μακιγιάζ, η αποδημοκρατικοποίηση θα εγκατασταθεί νομοθετικά και η κοινωνική μηχανική θα κάνει την δουλειά της έως ότου υπάρξει είτε κοινωνική έκρηξη είτε ισορροπία τρόμου μέσω της πολτοποίησης ενός μέρους του πληθυσμού. Στη Γουατεμάλα όπου τα νούμερα ευημερούν και το ΔΝΤ «πέτυχε» την αποστολή του ένας στους δυο κατοικεί εκτός των τειχών του «πολιτισμού» σε απέραντες παραγκουπόλεις. Εδώ, κάποιοι τυχεροί θα επιλέξουν αν μπορέσουν τον δρόμο της μετανάστευσης.

Βεβαίως θα αναρωτηθεί κανείς τι νόημα έχει το επικοινωνιακό άλλοθι; Μα στον υπάρχοντα κοινοβουλευτισμό και την μετα-δημοκρατική Ευρώπη, οι λέξεις και οι έννοιες είναι οι μόνες που στέκουν έστω και προσχηματικά απέναντι στον απολυταρχισμό που αναδύεται πιο τρομακτικός κάθε μέρα. (Θα επανέλθω σε επόμενο άρθρο) Και η προπαγάνδα είναι για τις σύγχρονες κοινωνίες ο,τι είναι η βία για τον απολυταρχισμό. Ο μηχανισμός, δηλαδή,  επιβολής της εξουσίας. (Όσο δε πιο απολυταρχικό γίνεται το υπάρχον καθεστώς τόσο ενισχύεται η βία, ένα φαινόμενο που διαφαίνεται τώρα υπό τη μορφή της αστυνομικής καταστολής).

Γιατί όμως κάποιοι πληττόμενοι συνάνθρωποί μας δεν το βλέπουν αυτό πιο καθαρά κι από τον έναστρο ουρανό μια αυγουστιάτικη ελληνική νύχτα; Γιατί με ψυχολογικό προφίλ πιστού μες την αρένα με τα λιοντάρια ή μιας υποτροπής του συνδρόμου της Στοκχόλμης εξακολουθούν να περιφράσσουν την πολιτική τους συνείδηση εντός των τειχών μιας  αποτυχημένης πολιτείας;

Μα γιατί το πιο δύσκολο να «πιστέψει» ο έλληνας ψηφοφόρος, και μιλάμε για τον διαμαρτυρόμενο ψηφοφόρο, παρά τις χειρονομίες και τις βρισιές του , εκείνο που αρνείται και ξορκίζει είναι το πραγματικό «κακό» για το οποίο δεν θεωρεί ικανό τον «κυβερνήτη» του. Τον θεσμικό του «πατέρα». Κι εδώ κάπου, σε αυτό το ενδόμυχο αθεράπευτο σχήμα, αρχίζουν οι μεγάλες πλάνες.

Ο έλληνας ψηφοφόρος, έμαθε έως τώρα και κατηγορείται ηθικά γι αυτό από πρόθυμες διανοούμενες πόρνες να ακολουθεί τον δρόμο της επιβίωσης. Έξω από θεσμούς όπως το πάντα ελεγχόμενο περισσότερο ή λιγότερο από ξένα συμφέροντα κράτος ή ακόμη και από βασικές αρχές όπως του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, ξένες προς την δική του προπολιτική ταυτότητα. Ύστερα από πρόσφατες κιόλας θυσίες «για έναν καλύτερο κόσμο» (40, εμφύλιος, χούντα) ναι, υπέκυψε, όπως κατηγορείται συχνά, και πράγματι, δια της ήσσονος προσπάθειας, προσπάθησε να έχει τις μέγιστες απολαύσεις. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία αξιών μπορεί και να ήταν μεμπτόν, δεν είναι όμως αυτή η φυσική τάξη των πραγμάτων στη σύγχρονη χρηματοπιστωτική σαβάνα, τώρα που ακόμη και το ευρωπαϊκό κράτος των θεσμών και του δικαίου εκπίπτει; Σε τι διαφέρει από τους κατηγόρους του; Εκείνοι δεν δημιούργησαν αυτό το πλαίσιο;  Σε ένα διαμορφωμένο από τα πριν, άρα και μη αυτοθεσπισμένο (κι εδώ φωλιάζει το κλειδί μιας ελπίδας κοινωνικής προόδου), στίβο ελευθεριότητας, συναλλαγής, νομοτυπίας και πλήρους έλλειψης ισονομίας και δικαιοσύνης, ο έλληνας ψηφοφόρος όπως και ο έλληνας ψηφολήπτης ή επιχειρηματίας, θέλησε να βελτιώσει, ναι πράγματι. δια της συναλλαγής, το βιοτικό του επίπεδο. Τι άλλο άραγε θα μπορούσε να βελτιώσει στην ηθική έρημο της μεταπολίτευσης; Μήπως την κριτική του ικανότητα, την παιδεία, το ήθος ή την αξία, έννοιες απολύτως υποτιμημένες στο χρηματιστήριο της καθημερινότητας διεθνώς; Ο έλληνας ψηφοφόρος που ενοχικός σκύβει το κεφάλι ανάμεσα στα σκέλια πεισμένος για τα κρίματα του, έτοιμος να σηκώσει τις αμαρτίες όλου του συστήματος δεν έκανε τίποτε μη μα τίποτε χειρότερο από ότι έκαναν όλοι οι κατήγοροί του, εξωτερικού και εσωτερικού. Άρα όσους τόνους μελάνι κι αν χαλάνε κάποιοι -επίσης νεοελληνικής κοπής- ελιτιστές της πλάκας, η ανεπάρκεια του επί του συγκεκριμένου υπαρκτού και φρικώδους πλαισίου δράσης και επιβίωσης δεν είναι ηθική, ενδεχομένως είναι πολιτική, κυρίως όμως είναι αναπόδραστη. Ο εθισμός του σε αυτό το ναρκωτικό της συναλλαγής είναι πλέον θανατηφόρος. Διότι η δοσολογία άλλαξε και το «θα σε διορίσω» γίνεται στις επόμενες εκλογές «δεν θα σε απολύσω» και πλέον η κατηφόρα των εκβιασμών και των βιασμών δεν έχει τέλος στη ζώνη του λυκόφωτος περίπλοκων prisoner’s dilemma. Όπως υπέκυψαν οι κομψευόμενες παρθένες εντός κοινοβουλίου μπροστά στον τρόμο της ανεπάρκειας τους έτσι κι ο Έλλην ψηφοφόρος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, θα υποκύψει στους αλλεπάλληλους βιασμούς του. Πλέον δεν είναι, δια της συναλλασσόμενης ψήφου του στην μετοχική «δημοκρατία», ο άνθρωπος της ζωής, αλλά ο κοντόφθαλμος αρνητής του δικού του θανάτου, στην πληροφορική φωτογραφία της κοινωνίας της βιομηχανικής επανάστασης, και στο ίδιο έργο που θα ξαναπαιχτεί σε παγκοσμιοποιημένη αυτή την φορά 3D προβολή.

Τι είναι όμως  ο έλληνας «κυβερνήτης»; Είναι ο «πατέρας», ή κάτι σαν ημιμαθής θείος από την Αμερική, που ενστερνίζεται με προχειρότητα τα θαυμαστά ξένα «ήθη». Ο έλλην κυβερνήτης βουλιμικός και αστόχαστος «παίζει» τον εθνάρχη, τον έπαρχο, τον φύλαρχο και άλλους τέτοιους role-gaming  τύπους αναπαράγοντας απίστευτο τοξικό μυθολογικό προϊόν (πολύχρωμων ιδεολογικών τόνων). ενώ η μεγάλη του πάντα αγωνία είναι ο δικός του αυστηρός, «πατριός». Η γραφειοκρατική νομενκλατούρα της ευρωπαϊκής ένωσης, οι υπερατλαντικές σημειώσεις της πρεσβείας, οι καθοδηγητές και διακορευτές του στο καινούργιο παιχνίδι που λέγεται χρηματοπιστωτική μονόπολυ. Ο έλλην ψηφολήπτης στην μεγάλη καρέκλα της εξουσίας φαντάζει υψηλός στους ψηφοφόρους του και είναι, δεν είναι όμως τίποτε παραπάνω από ένας υπηρέτης μιας άλλης εξουσίας που αρπάζει κάθε φάπα από αυτήν ανάμεσα σε κλάματα και παρακάλια. Μοιράζει δανεικά κονδύλια με έπαρση,  σε γνωστούς και φίλους, σε μια βαλκάνια φτωχομπινέδικη πυραμίδα, μόνο που αυτά τα κονδύλια είναι κάποιων που βεβαίως δεν φημίζονται για τη γενναιοδωρία τους. Και από ρολίστας επαρχιακός ηθοποιός γίνεται πλέον μικροσκοπικός –κενός περιεχομένου- δικτατορίσκος, ένα είδος κωμικοτραγικού εκφραστή του πολύ τρομακτικότερου απολυταρχισμού που κανείς δεν θέλει να διακρίνει πίσω από το γκροτέσκο αλλά οικείο απομεινάρι του «κυβερνήτη».

Κι έτσι, παρά τη συμφορά στην αποικία, έστω και σαν σάκος του μποξ παραμένει αρχετυπικά ο άλλοτε στοργικός θείος που μοίραζε δώρα, που άλλοτε απειλεί κι άλλοτε κλείνει το μάτι στο ανήλικο του ακροατήριο πως «όλα θα πάνε λιγότερο χάλια για σένα, τον δικό μου ψηφοφόρο»… καθώς κάποιοι πίσω από τις μαριονέτες του ορατού τοπίου, μας βυθίζουν όλους στον εφιάλτη.

Συμπέρασμα; Ο αρνούμενος να ενηλικιωθεί ελληνικός λαός βιάζεται ιστορικά καθ’ εξιν και επανάληψιν από τις μικρομέγαλες πατριαρχικές ηγεσίες του.

Οραματικά θα ήταν επιθυμητό ο ελληνικός λαός να ενηλικιωθεί, να πολιτικοποιηθεί ψυχή τε και σώματι, να αυτό-θεσπιστεί, ή να συμμετέχει όντως, έστω και με κάποια ημίμετρα, (δημοψηφίσματα, ανακλήσεις αιρετών, αρνησικυρίες κοινοβουλευτικών νομοθεσιών) στον υπάρχοντα κοινοβουλευτισμό. Ακόμα ιδανικότερα; Να αλλάξει ριζικά αυτόν τον κοινοβουλευτισμό και να περάσει από τη μετοχική στη συμμετοχική δημοκρατία. Αυτό ήταν και το βασικό πρόταγμα των κινητοποιήσεων του καλοκαιριού στο Σύνταγμα για όσους κωφεύουν ακόμη, και έβλεπαν και βλέπουν μόνο την αντίδραση που βεβαίως ήταν οξεία..Μια εφηβεία, μια απέλπιδη προσπάθεια ενηλικίωσης.

Εάν πράγματι πάνω από την κάλπη της κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας» μας, θα έπρεπε κανείς να σταθεί με ορθολογικούς όρους θα έθετε ένα και μόνο ερώτημα. «Έστω ότι είχαμε την ιδανική κυβέρνηση και τον ιδανικό λαό. Ποιος πρέπει να είναι ο στρατηγικός μας σχεδιασμός α εντός και β εκτός Ευρωζώνης;» Σε αυτό το μόνο και δύσκολο ερώτημα δεν απαντάει ο δικομματισμός. Ενδεχομένως δεν απαντάνε ικανοποιητικά προς το παρόν ούτε οι εξωκοινοβουλευτικοί επικριτές του, πάντως το σημαντικό είναι ότι δεν απαντάει ο ίδιος που ενδύεται έστω και ρακένδυτος ξανά το ρούχο του «αξιόπιστου διαχειριστή» μέσα στον ορυμαγδό της εγκατάλειψης της νομιμότητας σε κάθε έκφανση της δημόσιας ζωής.

Στις επόμενες εκλογές λοιπόν, δεν θα δοθεί καμιά ορθολογική λύση. κανείς δεν θα διαπραγματευτεί για μας ένα άλλο λιγότερο θλιβερό μέλλον. Αργεί πολύ εκείνη η ημέρα. Θα μπορέσουμε μόνο να μετρήσουμε, πόσοι είναι ικανοί να δουν πίσω από τον φτωχικό πλέον μπερντέ του νομισματοπιστωτικού θεάτρου σκιών , και αν είμαστε εραστές της αλήθειας, πόσοι θα τραβήξουμε λιγάκι, σκανδαλιάρικα, το πανί, για να φανεί το πραγματικό πρόσωπο των ενορχηστρωτών και παικτών του. Θα απέχουμε;