Η αθεατη πλευρα της εκλογικης πανσεληνου
Δεν χρειάστηκε παρά η άνοδος της Χρυσής Αυγής για να δείξει η πολιτική τάξη το πραγματικό της επικοινωνιακό «πρόσωπο». Ένα πρόσωπο που χωρίς τον εξωραϊσμό μιας μάσκας ευρωπαϊκής δήθεν προόδου που φορούσε τα τελευταία χρόνια, μας γυρνάει σε μια οργουελιανή εκδοχή της δεκαετίας του 50 περιχυμένη με ένα δυσώδες άρωμα Βαϊμάρης και βυθίζει τον δημόσιο λόγο σε νεομεσαιωνικό σκότος.
Η άνοδος της Χρυσής Αυγής μεταφράζεται από τα επιτελεία των κομμάτων σε ανάγκη της κοινωνίας για ασφάλεια και σκληρή ακροδεξιά ηθικολογική ρητορεία. Δεδομένων των πεπραγμένων τους και μιας στοιχειώδους λογικής συνέπειας των δεσμεύσεων τους προς τα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας αδυνατούν να στραφούν σε μια αριστερή ρητορεία που θα ενίσχυε έτσι κι αλλιώς την πλευροκόπηση τους από την αντιμνημονιακή αντιπολίτευση. Οπότε, δίχως δεύτερη σκέψη, οι ηγεσίες παραδομένες στο κομματικό ένστικτο αυτοσυντήρησης με μηδενική δυνατότητα προβολής στο μέλλον τολμούν τις αδιανόητες επιλογές.
Σε αυτό το πλαίσιο η αστική δεξιά μετατρέπεται σε δεξιόστροφη σβούρα που συστρέφεται ιλιγγιωδώς σε έναν ολοένα πιο συντηρητικό άξονα και επικοινωνιακά επιδίδεται σε αόριστες ηθικολογίες μιας ανέδραστης στην κοινωνία σιδηράς «ηθικής» στο παλαιικό μοτίβο “πατρίς θρησκεία οικογένεια”, ο δε πάλαι ποτέ χώρος του κέντρου μιλάει για την ανάγκη της οικονομικής ασφάλειας στα όρια των ρητορικών μηχανισμών “πειθούς” που χρησιμοποιεί συνήθως το οργανωμένο έγκλημα ενώ ταυτόχρονα εγκαινιάζεται το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης σε ελληνικό έδαφος και δημοσιεύονται φωτογραφίες οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών (βλ.Βαϊμάρη). Αν κάποιος προσγειωθεί χωρίς να ξέρει τίποτα σε. αυτό το κράτος δεν νομίζω ότι θα έχει καμιά απολύτως αίσθηση χωροχρονικής εγγύτητας με την Ευρώπη του 2012. Απόδειξη το άρθρο της Bild που αποστρέφεται μετά βδελυγμίας τα βαλκάνια κουμπάρια στην διαπλοκή. Κι αυτό διότι η γερμανική κοινή γνώμη ασχέτως από την ηγεσία της που δουλεύει πάνω στα στερεότυπα έχει επίγνωση της ιστορικής εξέλιξης και των κινδύνων τέτοιων ακραίων όχι μόνο επικοινωνιακών αλλά και πολιτικών επιλογών. Θέλει κι η προπαγάνδα την τέχνη της και όταν οι καταστάσεις γίνονται περίπλοκες η ντόπια νομενκλατούρα δείχνει την ανεπάρκεια της να κατανοήσει την πραγματικότητα πολλώ δε μάλλον να προσφέρει λύσεις και να επιδοθεί σε ισορροπητικές κινήσεις.
Πέραν της λάθος ιστορικής ανάγνωσης που είναι προφανής σε αυτές τις επικοινωνιακές και πολιτικές πρακτικές γίνεται και ένα οφθαλμοφανές λάθος στρατηγικής. Η υιοθέτηση αυτών των θέσεων στην προεκλογική σκακιέρα ουσιαστικά αποτελεί την περίτρανη ήττα της αστικής δημοκρατίας που σύρεται πίσω από το άρμα εκείνου που υποτίθεται την απειλεί δηλαδή ενός μαζικού εκφασισμού. Στην κοντόφθαλμη προσπάθεια της να μαζέψει τα ασυμμάζευτα ενισχύει τα ιδεολογήματα του φασιστικού μπλοκ. Το πιο τραγικό όμως λάθος είναι η απόλυτη αποκοπή της εξουσίας από το πραγματικό ζήτημα. Οι λόγοι που συνοδεύουν την άνοδο της Χρυσής Αυγής παραμένουν εκτός της σφαίρας κατανόησης των αστικών δυνάμεων και των καμπανιολόγων- επικοινωνιολόγων τους. Ένας τρόπος για να κατανοηθεί το φαινόμενο είναι να εγκύψει κανείς στην μεγάλη απήχηση της Χρυσής Αυγής στις πολύ νεαρές ηλικίες. Τα χαρακτηριστικά της ταύτισης με αυτές τις ομάδες έτσι όπως ενεργείται στις γειτονιές δεν γίνεται ούτε με κατήχηση ιδεολογική ούτε καν με την ανάλυση εθνικιστικών όρων και θέσεων. Η όσμωση είναι χωρική και έχει να κάνει με τις έννοιες του ζωτικού χώρου μα πάνω από όλα με την αποθέωση του σώματος. Στο πεδίο δηλαδή όπου οι πολιτικές επιλογές της καθιέρωσης των οργουελιανών newspeak από τους αποδομητές κάθε νοήματος προς όφελος της εξουσίας και η συνεχής υποβάθμιση της γλώσσας ως νοητικού εργαλείου χάνουν παταγωδώς την μάχη. Τα λάθη συνήθως πληρώνονται και η ανυπαρξία σήμερα γλωσσικού εργαλείου επιτείνει την υπάρχουσα διάλυση του ανομολόγητου κοινωνικού συμβολαίου του ελληνικού θεσμικού κοινωνικού “νηπιαγωγείου”. Εκεί λοιπόν, μακριά από τους βολικούς και συνήθεις μηχανισμούς ελέγχου των μαζών, βρίσκεται το κλειδί. Στη θριάμβευση δηλαδή του σωματικού πάνω στο νοητικό και εν τέλει στην στιγμιαία (ιστορικά) συλλογική εκτόνωση από τις κακοφορμισμένες απωθήσεις της ασκούμενης βίας και τη μεταβολή τους σε αυτό που λέει ο Φρόυντ μηχανισμό άμυνας του παντοδύναμου ελέγχου. Όταν καταρρέει το νοητικό εποικοδόμημα από τις εσωτερικές του αντιφάσεις και την στροφή του στον ιρασιοναλισμό την οποία βλέπουμε απανταχού της πολύ γηραιάς (στα όρια του Αλτσχάιμερ) ηπείρου, να που βιταλιστικές τάσεις και ψυχαναλυτικές βεβαιότητες έρχονται να κυριαρχήσουν στο προσκήνιο ακόμη και της πολιτικής σφαίρας.
Αν αυτές οι πρακτικές συνεχιστούν, και αν οι επιβαλλόμενες πολιτικές δεν ανασχεθούν είτε από τα πάνω είτε από τα κάτω, μια ακόμη αδυναμία της πολιτικής τάξης εκείνη του να κατανοήσει αυτές τις εξελίξεις όπως και άλλες εξελίξεις στο παρελθόν καθώς και η αταβιστική της εγωκεντρική συμπεριφορά σημαίνουν δύσκολες ώρες για την κοινωνία. Μια κοινωνία ηττημένη και ανερμάτιστη που αν φτάσει να δει το κράτος να καταρρέει, (περιοριζόμενο σε γειτονιές και περιοχές) θα πρέπει να ξεπεράσει τον εαυτό της. Και σε αυτή τη θλιβερή προοπτική, να μην αφήσει τον ζωτικό της χώρο να καταληφθεί από την ντόπια και διεθνή μαφία που ήδη λυμαίνεται χωρικές ζώνες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Να προλάβει να αυτοοργανωθεί όχι από εραστές της αυτοοργάνωσης αλλά από τον απλό κόσμο. Αυτά όλα τα φανταστικά βεβαίως πολύ αφότου οι οικογένειες των νεοφεουδαρχών φύγουν με τα Learjet τους από την χώρα, ακολουθώντας τα κεφάλαιά τους. Θα είναι αρκετά πριν ξεκινήσει η φάση της ανομίας και θα είναι το σύνθημα για το πέρασμα στην σκοτεινή πλευρά του ιστορικού φεγγαριού…
Με αυτές τις μαύρες σκέψεις να περιφέρονται ως όρνεα πάνω από το κουφάρι του παρόντος χρόνου δεν μπορώ να κλείσω αυτή την περιγραφή της αθέατης πλευράς των εκλογών χωρίς μνεία σε μια ακόμη ύβρη. Εκείνη της συμβολικής όπως τονίστηκε παρουσίας στον γεωγραφικό χώρο της πλατείας Συντάγματος. Μια ακόμα «επέκταση» στον ζωτικό χώρο, του συλλογικού συμβολικού αυτήν τη φορά, που προσβάλλει βαθιά το αίσθημα δικαίου όπως θα το έβλεπε ο τραγικός ποιητής του σήμερα αν είχε επιβιώσει της πολιτισμικής φθοράς. Αυτή η ύβρις μεγατόνων συνδυάζει τον Οιδίποδα και τον Κρέοντα σε μια ασύλληπτη για τον αρχαίο νου εκδοχή της αριστοτελικής αμαρτίας. Την βαθιά υπαρξιστικού μεγέθους άγνοια που δεν συγχωρείται από τη μια και την αλαζονεία της εξουσίας απέναντι στη φυσική τάξη των πραγμάτων από την άλλη. Κι αυτό το αδιανόητο συμβάν-απόβαση στον χώρο «Σύνταγμα», τον συμβολικό και τον ουσιαστικό μόνον ένας βάρβαρος συνταγματολόγος-συνταγματάρχης.μπορούσε να το αποτολμήσει, ένας ασεβής ξένος της πόλεως, που δεν έχει καν υπόψιν του τι συμβολίζει η θυμέλη.





