Seance III: Ο Μπεκετ στους Διαλεκτορες

Α. – Κύριε Μπέκετ, πολύ χαίρομαι που βρισκόμαστε μαζί. Να ξεκινήσουμε με το θέμα της  ελληνικής οικονομίας; Ο Υπουργός Οικονομικών Γ. Στουρνάρας δήλωσε ότι η κατρακύλα θα τελειώσει μέσα στο 2013 κι ότι το 2014 θα έχουμε ανάπτυξη.

Μ. – Τις ξέρω καλά αυτές τις φρασούλες, που φαίνονται ένα τίποτα και που έτσι και τις αφήσεις να μπουν μπορούν να βρωμίσουν ολόκληρη γλώσσα. Τίποτα πιο πραγματικό από το τίποτα.

Α. – Όμως αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει κατρακύλα. Υπάρχει, και η ελληνική κυβέρνηση διατείνεται πως κάνει τα πάντα για να τη σταματήσει.

Μ. – Για όποιον πάει έρποντας, η διακοπή της κίνησης σημαίνει αυτόματα και ανάπαυση.

Α. – Παρόλα αυτά, πρόσφατα ανατέθηκε εκπόνηση δεκαετούς πλάνου ανασύνταξης στο ΚΕΠΕ και το ΙΟΒΕ από την αυτή κυβέρνηση.

Μ. – Το άπλετο φως δεν είναι απαραίτητο, ένα λιανοκέρι είναι ό,τι χρειάζεται για να ζεις μες στο άγνωστο, αρκεί να καίει άσβεστο.

Α. – Ας αφήσουμε την κυβέρνηση κι ας έρθουμε στο θέμα του ελληνικού λαού. Ο οποίος βλέπει το εισόδημά του να λιγοστεύει δραματικά, τους φόρους να διογκώνονται και να πολλαπλασιάζονται, τα σπίτια του να κατάσχονται. Τι έχετε να πείτε; 

Μ. – Άλλοτε δεν ήξερα πού πήγαινα, ήξερα όμως πως θα ‘φτανα, ήξερα πως θα τέλειωνε η μακριά τυφλή μου πορεία. Τι γενικότητες, θεέ μου. Τώρα συμβαίνει μάλλον το αντίθετο, ο δρόμος πεντακάθαρος αλλά για μένα κάπως απίθανο να τον κάνω ως το τέλος.

Α. – Έχει μερίδιο ευθύνης;

Μ. – Η τέλεια ανικανότητά του για αφομοίωση, η εξαιρετική του λήθη, είναι δυό πραγματάκια που τους έχουν διαφύγει.

Α. – Ο αντιπρόεδρος της προηγούμενης κυβέρνησης, Θεόδωρος Πάγκαλος, είπε ότι όλοι μαζί τα φάγανε.

Μ. – Βάζει κανείς τα πράγματα σε κίνηση χωρίς να κάτσει να σκεφτεί πώς θα τα σταματήσει. Έτσι για να μιλάει. Αρχίζει να μιλάει λες και μπορεί να σταματήσει όποτε θέλει.

 Α. – Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως, σε μια κοινωνία που νοσεί σε βαθμό κατάρρευσης, φταίνε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και όχι όλοι. Δεν εξετάζουμε εδώ το βαθμό ευθύνης.

Μ. – Αν θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη ενός τεράστιου οργανισμού, θα πρέπει να οφείλεται οπωσδήποτε και στην πολύ ανθρώπινη εντύπωση πως δυστυχία μοιρασμένη, […] είναι δυστυχία μισή.

 Α. – Φταίνε συγκεκριμένοι δηλαδή;

Μ. – Η ολέθρια αρχή της απόλαυσης

Α. – Πάντως, πέρα από όλα αυτά, η Κρίση έφερε και κάποια θετικά, πέρα από τα ολέθρια παρεπόμενα στις ζωές των ανθρώπων. Υπάρχει μία κίνηση, ένας –ας μου επιτραπεί η έκφραση– ενθουσιασμός, παρακολουθούν όλοι τις τελευταίες ειδήσεις εντατικά. Αυτό κρατάει τρία χρόνια τώρα. Ο κόσμος αν μη τι άλλο πασχίζει να μάθει, να γνωρίσει, να ενημερωθεί.

Μ. – Όλη μου τη ζωή ονειρευόμουν τη στιγμή εκείνη όπου, ενήμερος επιτέλους, όσο ενήμερος μπορεί να είναι κανείς προτού τα χάσει όλα, θα μπορούσα να τραβήξω γραμμή και να κάνω τη σούμα.

Α. – Κι όμως, η εικόνα των κοινωνικών δικτύων, τουλάχιστον, είναι άλλη.

Μ. – Κατά κανόνα δεν κάνουν αυτό που λέμε συζήτηση. Χρησιμοποιούν το λόγο όπως ο φύλακας του τραίνου χρησιμοποιεί τις σημαίες του, ή το φανάρι του.

 Α. – Μιλάνε χωρίς να λένε τίποτα δηλαδή;

Μ. – Ναι, αν και η σιωπή εδώ που τα λέμε δεν έχει κάνει και πολύ αισθητή την παρουσία της ως τώρα, αλλά τα φαινόμενα ως γνωστόν απατούν.

 Α. – Πάντως ενημερώνονται.

Μ. – Λέτε να είναι θύματα μιας πραγματικής μονομανίας, της έφεσης για μάθηση που λένε; Δεν ξέρω.

 Α. – Ας είναι. Πιστεύετε ότι θα γίνουν σύντομα εκλογές;

Μ. – Το να ζητήσεις ταπεινά μια χάρη από κάποιον που είναι έτοιμος να σου σπάσει το κεφάλι, έχει καμιά φορά θαυμάσια αποτελέσματα.

Α. – Ποιος να σπάσει το κεφάλι, όταν τόσοι άνεργοι, ένα εκατομμύριο πάνω–κάτω, δε βγαίνει στους δρόμους;

Μ. – Ησυχασμένοι, θριαμβευτές. Με την τιμωρία τους γραμμένη, τελειωμένη.

 Α. – Δεν είναι καθήκον τους;

Μ. – Περίεργη άποψη και ιδιαίτερα ύποπτη, να πρέπει να κάνεις κάποιο καθήκον, για να μπορέσεις να ησυχάσεις.

 Α. – Ο ελληνικός λαός φαντάζει απελπιστικά μόνος.

Μ. – Μπορεί στο τέλος να βρεθεί στριμωγμένος σ’ ένα ολόκληρο πλήθος.

 Α. – Μα πότε άρχισε η Κρίση;

Μ. – Μ’ έντυσαν και μου έδωσαν χρήματα, τέτοια πράματα, με το γάντι. Ύστερα τίποτα.

Α. – Η εικόνα σας για τον μέσο άνθρωπο στην Ελλάδα; 

Μ. – Ένας άνθρωπος σαν εμένα, τόσο σχολαστικός και ήρεμος κατά κανόνα, τόσο υπομονετικά στραμμένος προς το έξω, προς το μη χείρον δηλαδή, άνθρωπος του σπιτιού του, του κήπου του, της μικρής φτωχικής του περιουσίας, που κάνει άξια και πιστά μια απαίσια δουλειά, που συγκρατεί τη σκέψη του μέσα στα όρια του υπολογίσιμου, φανταστείτε πόσο τρέμει το αβέβαιο.

Α. – Και πώς φαντάζεστε τον μέσο πρωθυπουργό ενός τέτοιου λαού;

Μ. – Εικόνες τέτοιου είδους η θέληση τις ανασύρει μόνο διαστρέφοντάς τες.

 Α. – Και τι θα κάνατε στην περίπτωση που, αίφνης, ο ελληνικός λαός ξυπνούσε;

Μ. – Θα γυρνούσα το κεφάλι απ’ την άλλη αναστενάζοντας, γιατί η χαρά που γεννά η ομορφιά συνήθως δεν είναι αμόλυντη.

Α. – Ποιά είναι η εικόνα που έχετε για την Ελλάδα του σήμερα;

Μ. – Σα Μοίρα που της τέλειωσε το νήμα.

Α. – Έχει όμως ένδοξο παρελθόν

Μ. – Ήταν ωραίο μωρό.

 Α. – Δεν έφταιγε τίποτα δηλαδή στην αρχή;

Μ. – Πρώτα – πρώτα η οικογένειά μου, και μόνο το γεγονός πως έχω οικογένεια θα ‘πρεπε κιόλας να μου ‘χει βάλει ψύλλους στ’ αυτιά.

 Α. – Και τώρα;

Μ. – Πράσινος απ’ την αγωνία!  Ένας πραγματικός μικρός γήινος! Πνιγμένος στη χλωροφύλλη! Κολλητά στους τοίχους του σφαγείου.

 Α. – Πολύ ποιητικό!

Μ. – Άμα έχεις το νου σου κάπου, όλα επιτρέπονται.

Α. – Πώς εκτιμάτε την κατάσταση εν τέλει;

Μ. – Αρκεί μονάχα ν’ ανασαίνει κανείς για να ‘χει σίγουρη την ασφυξία.

Α. – Αισιοδοξείτε ποτέ;        

Μ. – Ανάλογα με τον πανικό της στιγμής

Α. – Τι θα λέγατε στον έλληνα πολίτη;

Μ. – Σταμάτα πια την ολέθρια τούτη αδράνεια, δεν έχει καμιά θέση εδώ, σ’ αυτή την κοινωνία. Μην τα περιμένεις όλα απ’ αυτούς. Σ’ έβαλαν στο σωστό δρόμο, σε πήραν απ’ το χέρι και σε πήγαν ως το χείλος του γκρεμού, η σειρά σου τώρα, κάνε τουλάχιστον το τελευταίο βήμα μόνος σου, για το ευχαριστώ. …  το πρέπον είναι να πηδήξεις, για να μπορέσει να λεχθεί, να κι άλλος ένας που έζησε.

Α. – Εννοείτε πώς πρέπει να βγει από τη μέση;

Μ. – Συνήθως με βγάζουν απ’ τη μέση με μαγκούρες, με σκοπό ν’ αποδείξουν στους οπαδούς τους, και στους περίεργους, πως είχα μια αρχή, κι ένα τέλος. Κι ύστερα, με το ’να πόδι πάνω στο στήθος μου, όπου δεν έχει αλλάξει τίποτα, προς το κοινό: –Έπρεπε να τον βλέπατε πενήντα χρόνια πριν, τι φλόγα ήταν αυτή, τι λεβεντιά!

 Α. – Θα είναι σκληρό.

Μ. – Δεν μπορούνε να ζητάνε τόσα πολλά από έναν άνθρωπο, να κάνει πρώτα σα να μην υπήρχε, κι ύστερα σα να υπήρχε.

Α. – Κι αυτός τι θα κάνει;

Μ. – Δεν είναι απ’ αυτούς που κινδυνεύουν ν’ αλλάξουν χαβά.

Α. – Ποιόν χαβά;

Μ. – Μερικές χαλαρές προστακτικές, το πολύ – πολύ, αραιά και πού, Άκουσέ με! Σύνελθε!

Α. – Θα πεθάνει τελικά ή δε θα πεθάνει;

Μ. – Είχα γνωρίσει ένα γιατρό που υποστήριζε πως, από καθαρά επιστημονική  άποψη, η τελευταία πνοή δεν ήταν δυνατό να βγαίνει παρά μόνο απ’ τον πρωκτό, και πως αυτή, και όχι το στόμα, ήταν η οπή στην οποία η οικογένεια έπρεπε να πλησιάζει τον καθρέφτη πριν ανοίξει τη διαθήκη.

 Α. – …

Μ. – Το βέβαιο είναι πως έκανα μεγάλο λάθος να πιστεύω ότι ο θάνατος καθαυτός αποτελούσε τεκμήριο, ή έστω σοβαρή ένδειξη, για την ύπαρξη μιας ζωής πριν απ’ αυτόν

 Α. – Προτού κλείσουμε θα σας θέσω ορισμένες λέξεις και περιμένω από εσάς το πρώτο που σας έρχεται στο νου. Ξεκινάμε;

Μ. – Μια γερή χαψιά μολυσμένου αέρα και φύγαμε!

Α. – Πολιτική.

Μ. – Ο σκύλος της την αγαπάει, τα πρόβατά της δεν την φοβούνται.

 Α. – Ελεύθερη οικονομία

Μ. – Το κυνήγι είναι αυτό που εξουθενώνει, αυτό το ατέρμονο γλύτωμα απ’ του λύκου τα δόντια.

 Α. – Αντώνης Σαμαράς.

Μ. – Η μοίρα είναι μνησίκακη, αλλά όχι κι ως αυτό το σημείο..

 Α. – Νίκος Δένδιας.

Μ. – Το κώμα είναι για τους ζωντανούς.

 Α. – Χρυσή Αυγή.

Μ. – Πιο κακό κι απ’ το κακό, θήκη του κακού.

Α. – Φώτης Κουβέλης.

Μ. – Αυτό το μάτι είναι σίγουρα βαρήκοο.

Α. – Γιάννης Στουρνάρας.

Μ. – Αυτό το μάτι πρέπει να ‘ναι αβλέπτημα.

Α. – Οικονομέας – Καμπουράκης.

Μ. – Θα τους δείξουμε εμείς τι θα πει να είσαι θέμα συζήτησης, θα τους δώσουμε λόγια που δε θα τα πέταγαν ούτε σε σκύλο.

Α. – Παρελθόν.

Μ. – Καταδικασμένο να μη γνωρίσει ποτέ τα αγαθά της προσαρμογής.

Α. – Ελλάδα.

Μ. – Η διαθήκη ανοίχτηκε, τίποτα για κανέναν.

 Α. – Ελληνικός λαός.

Μ. – Ας με μαστιγώσουν λοιπόν ανελέητα, χωρίς ανάπαυλα, χωρίς τελειωμό, όλο και πιο δυνατά (ο εθισμός βλέπεις), στο τέλος μπορεί ν’ αρχίσω να μοιάζω σα να ‘χω πιάσει το νόημα της ζωής.

Α. – Κύριε Μπέκετ σας ευχαριστώ για την πολύ ενδιαφέρουσα αυτή συζήτηση.

Μ. – Καταραμένα φαντάσματα, στο τέλος θα με κάνουν να πιστέψω πως έβγαλα άχνα.

Ο Σάμιουελ Μπέκετ ήταν Ιρλανδός λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1906 και δεν πέθανε ποτέ.