Βραδεως επλεε η βαρκα…
Βραδέως έπλεε η βάρκα, ολίγοι οι ήχοι των υγρών κουπιών και ως την άκρη του ορίζοντος εις έκτασιν υπεράνθρωπο, τα μελανά νερά της Αχερουσίας. Τα ωχρά πρόσωπα των στριμωγμένων επιβαινόντων σκυθρωπά. Περίμεναν εν νεύμα του βαρκάρη, κάποιες λέξεις δια τον οβολόν, εις μάτην.
Ένας έκαμνε να ομιλήσει, πλην όμως ευθύς εβυθίζετο εις τη βαθεία ματαιότητα μια τέτοιας επιλογής. Κάποιος άλλος εκίνα την κεφαλήν του άνω και κάτω.. «Ποίον το μέλλον» εσυλογάτο
Αι ώραι αμείλικται, αι στιγμαί αιώνιαι κι οι σκυθρωποί επιβαίνοντες ανίδεοι ανερμάτιστοι και μοιραίοι.
Εν κοράκιον επέταξε κρώζοντας και ανατριχίλαι ετάραξαν τους καταραμένους. Ήτο μήπως οιωνός; Σήμα θεϊκόν ή εν πάσει περιπτώσει μια μεταμορφωσις έστω και εχθρικού δαίμονος που ενεμφανίσθη δια να δώσει λύσιν εις το μαρτύριον τους; Ουχί.
Τα μελανά νερά έκρυβαν με παρμενίδιον πείσμα κάθε αίσθησιν ροής.
Και τότε τον είδαν. Ήτο υψηλός και μαύρος ο βράχος. Απόκρημνος και αναπόφευκτος. Κι η ρότα του πλοιαρίου προδιαγεγραμμένην από αιώνας…
Τα επόμενα λεπτά ο λιγνός καπετάνιος θα τους απεβίβαζε εις τας αποτόμους όχθας. Θα σκυλοπνίγοντο μιαν αιωνιότητα και μια μέρα εις θάλασσα κριμάτων και κάποτε τα οστά τους θα εξεβράζοντο από τον ελεήμονα ζέφυρον εις τας ακτάς.
Ακόμη και τοιουτοτρόπως ένιωθαν μιαν ανακούφισιν. Το μαρτύριον της ζωής είχε λάβει ατυχές, πλην όμως εν τέλος. Έναν σκοπόν.
Εις ένδειξην ευγνωμοσύνης δια τη δυνατότητα διαφυγής, έστρεψαν τους οφθαλμούς εις τα ουράνια.
«Και εις την σκοτιάν βαθείαν, εις το απέραντον διάστημα, τα φώτα σιγαλέα κινώνται των αστέρων λελυπημένα.» Α.Κάλβος






