Βραδέως έπλεε η βάρκα, ολίγοι οι ήχοι των υγρών κουπιών και ως την άκρη του ορίζοντος εις έκτασιν υπεράνθρωπο, τα μελανά νερά της Αχερουσίας. Τα ωχρά πρόσωπα των στριμωγμένων επιβαινόντων σκυθρωπά. Περίμεναν εν νεύμα του βαρκάρη, κάποιες λέξεις δια τον οβολόν, εις μάτην.
